σίδα

ἡ, Α
(βοιωτ. τ.) βλ. σίδη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σίδα — Σίδᾱ , Σίδη pomegranate fem nom/voc/acc dual Σίδᾱ , Σίδη pomegranate fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδαρονόμῳ — σιδᾱρονόμῳ , σιδᾱρονόμος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδαρέων — σιδᾱρέων , σιδήρεος made of iron fem gen pl (doric) σιδᾱρέων , σιδήρεος made of iron masc/neut gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδάρειον — σιδά̱ρειον , σιδήρεος made of iron masc acc sg (doric) σιδά̱ρειον , σιδήρεος made of iron neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδάρεον — σιδά̱ρεον , σιδήρεος made of iron masc acc sg (doric) σιδά̱ρεον , σιδήρεος made of iron neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδάρω — σιδά̱ρω , σίδηρος iron masc nom/voc/acc dual (doric) σιδά̱ρω , σίδηρος iron masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σίδας — Σίδᾱς , Σίδη pomegranate fem acc pl Σίδᾱς , Σίδη pomegranate fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδαρείαις — σιδᾱρείαις , σιδήρεος made of iron fem dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδαρείου — σιδᾱρείου , σιδήρεος made of iron masc/neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιδαροχαρμᾶν — σιδᾱροχαρμᾶν , σιδηροχάρμης fighting masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.